άληκτος

άληκτος
ος , ον нескончаемый, бесконечный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "άληκτος" в других словарях:

  • ἄληκτος — unceasing masc/fem nom sg ἄλληκτος unceasing masc/fem nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άληκτος — (I) ἄληκτος, ον (AM) [λήγω] 1. αυτός που δεν έχει τέλος «ἐξ ἀλήκτου καὶ ἀνάρχου θεότητος» 2. ο αδιάκοπος, ο αδιάλειπτος «μῆνα δὲ πάντ ἄληκτος ἄη Νότος» όλο τον μήνα φυσούσε ασταμάτητα ο Νοτιάς Όμ.. (II) ἄληκτος, ον (Μ) αυτός που δεν έχει… …   Dictionary of Greek

  • ἀλήκτως — ἄληκτος unceasing adverbial ἄληκτος unceasing masc/fem acc pl (doric) ἄλληκτος unceasing adverbial (epic) ἄλληκτος unceasing masc/fem acc pl (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄληκτον — ἄληκτος unceasing masc/fem acc sg ἄληκτος unceasing neut nom/voc/acc sg ἄλληκτος unceasing masc/fem acc sg (epic) ἄλληκτος unceasing neut nom/voc/acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλήκτοιο — ἄληκτος unceasing masc/fem/neut gen sg (epic) ἄλληκτος unceasing masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλήκτοις — ἄληκτος unceasing masc/fem/neut dat pl ἄλληκτος unceasing masc/fem/neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλήκτου — ἄληκτος unceasing masc/fem/neut gen sg ἄλληκτος unceasing masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλήκτους — ἄληκτος unceasing masc/fem acc pl ἄλληκτος unceasing masc/fem acc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλήκτῳ — ἄληκτος unceasing masc/fem/neut dat sg ἄλληκτος unceasing masc/fem/neut dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄληκτα — ἄληκτος unceasing neut nom/voc/acc pl ἄλληκτος unceasing neut nom/voc/acc pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄληκτε — ἄληκτος unceasing masc/fem voc sg ἄλληκτος unceasing masc/fem voc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»